Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε ποτέ

Παρά την αντίθετη άποψη ο πατριάρχης Αθηναγόρας δεν επέτρεψε τον αφορισμό του σπουδαίου πεζογράφου που γεννήθηκε σαν σήμερα ...

Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, 
αφού στον «Τελευταίο Πειρασμό» 
ο συγγραφέας παρουσίαζε το Χριστό 
με ανθρώπινες αδυναμίες. 
Το ίδιο και στο έργο του 
«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», 
στο οποίο έγραφε για τις αμαρτωλές 
αδυναμίες των ιερέων. 
Ωστόσο ο «Καπετάν Μιχάλης» 
ήταν το έργο του που χαρακτηρίστηκε 
«αντιχριανικόν και αντιεθνικόν»... 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ένας από τους μεγαλύτερους και πολυγραφότατους Έλληνες πεζογράφους γεννήθηκε σαν σήμερα το 1883. Το ανήσυχο πνεύμα του, η υπαρξιακή αγωνία, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις και τα φιλοκομμουνιστικά του φρονήματα τον κατέστησαν στόχο. Πολιτικό και θρησκευτικό.

Ο Νίκος Καζαντζάκης ποτέ δεν ζήτησε να γίνει αρεστός. Στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα, το προοδευτικό του πνεύμα δεν χωρούσε. Αυτός ο μοναδικός στοχασμός του και η αιχμηρή πένα δεν ήταν καλοδεχούμενα από τον βαθύ συντηρητισμό και το σκοτάδι του διχασμού.

Τα αριστουργήματα του μεγάλου Λογοτέχνη που αναγνωρίστηκαν και μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες, θα ενοχλούσαν την ελληνική εκκλησία. Θα την έκαναν να βγάλει τις ρομφαίες και τα φλεγόμενα σπαθιά και να στρέψει τον λαό κατά του διαφωτισμού και της μάθησης.


«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, 
σας δίνω μια ευχή: 
Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή 
σας τόσο καθαρή 
όσο η δική μου και να 'στε τόσο 
ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ» 




Η Ιερά Σύνοδος δεν θα αργήσει να πειστεί για τα "αμαρτωλά" βιβλία και σύντομα το αίτημα για αφορισμό του μεγάλου Λογοτέχνη μεταφέρεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Οι πληροφορίες όμως τότε ήταν ελάχιστες και για ό,τι συνέβη ή δεν συνέβη στο Πατριαρχείο, θα υπήρχαν απλά εικασίες. 

Οι διαρροές ήθελαν τον Καζαντζάκη να έχει αφοριστεί, ωστόσο δεν υπήρχε κανένα επίσημο έγγραφο που θα μπορούσε να το αποδείξει. 

Η Κρητικιά δημοσιογράφος Ελένη Κατσουλάκη ξεκίνησε έρευνα το 1972 για να μάθει όλη την αλήθεια. Λίγο αργότερα η έρευνά της θα απέδιδε και η ίδια θα κατέγραφε τα γεγονότα. 

Ωστόσο κανείς δεν θα τολμούσε να τα δημοσιεύσει και το 2003, η δημοσιογράφος  δημοσίευσε την ιστορία στο περιοδικό του Παντείου. Μία ιστορία που προσπαθούσε να γνωστοποιήσει για 30 σχεδόν χρόνια. 


[Με την Ελένη Καζαντζάκη και τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ]

Η Ελένη Κατσουλάκη εξομολογείται 

«1972, λίγο μετά το Πάσχα. Το περιοδικό ΤΑΞΙΔΙ των Αθηνών μ' έστειλε στην Κρήτη να κάνω ένα ρεπορτάζ για τον τουρισμό. Ο πρώτος μου σταθμός ήταν το Ηράκλειο – η γενέτειρα του Καζαντζάκη. Το ιστορικό μουσείο Κρήτης που φιλοξενούσε δυο αίθουσες με προσωπικά αντικείμενα του  Καζαντζάκη δεν ήταν πολύ μακριά. Περπάτησα μέχρι εκεί με λαίμαργη λαχτάρα. 

Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός -που δώρισε το κτίριο στο μουσείο Κρήτης- ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος. Μορφωμένος, αξιοπρεπής, ευγενικός. Οσφράνθηκε την συμπόνια μου για τον Καζαντζάκη από την πρώτη στιγμή και ένιωσε την έντονη ταραχή που φώλιαζε μέσα μου. Μια μέρα καθώς το 'φερε η κουβέντα τον ρώτησα για τον αφορισμό του Καζαντζάκη. Ο Ανδρέας σοβαρεύτηκε μεμιάς και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Κάτι πήγε να πει, αλλά κοντοστάθηκε.

 Κάτι ξέρετε και δεν θέλετε να μιλήσετε; 

Πήγαινε στην Αρχιεπίσκοπο της Κρήτης Ευγένιο να του μιλήσεις, μου απάντησε επιτακτικά. Μην του πεις ότι σε έστειλα εγώ. Είσαι τετραπέρατη Κρητικιά, θα βρεις ένα τρόπο να τον ψαρέψεις. Τότε και μόνο θα μάθεις πράγματα για τον Καζαντζάκη πού 'ναι θαμμένα χρόνια . Ούτε μια χούφτα άνθρωποι στον κόσμο δεν τα ξέρουν. Αν τον καταφέρεις να σου μιλήσει, θα είσαι η μεγαλύτερη κατάσκοπος του αιώνα ! Μετά έλα εδώ και θα σου 'χω την μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής σου—το πιο πολύτιμο υλικό για την ερευνά σου για τον Καζαντζάκη! 

Από νευρικότητα, είχα σταθεί από τις δέκα το πρωί έξω από την Αρχιεπισκοπή. Παρόλο που ψιχάλιζε, άρχισα να ιδρώνω. Το ευγενικό παπαδάκι με πλησίασε αργότερα ντροπαλά και με οδήγησε στην αίθουσα που με περίμενε ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος. Κυπαρισσένιος, εύσωμος επιβλητικός, μου 'δωσε το χέρι του να το φιλήσω. Δεν ξέρω τι βιδώθηκε στο μυαλό μου κείνη την αστραπιαία στιγμή και του λεω με ναζιάρικο χαμόγελο. 

Σεβασμιότατε αν μου φιλήσετε το δικό μου, θα σας φιλήσω το δικό σας! 
Ο Ιεράρχης άλλαξε χρώμα και έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Και πριν προλάβει να συνέλθει του λέω αστειευόμενη: 

Καλέ, πως βγήκατε εσείς λαμπάδα και εγώ κερί; Ούτε στην μέση δεν σας φτάνω! 
Κράτησε το στομάχι του από τα τρανταχτά γέλια και έτσι έσπασε ο πάγος μεταξύ μας. Μιλούσαμε πια σαν παλιοί καλοί φίλοι. Μου πρόσφερε ένα δίσκο από Λαμπριάτικα κουλουράκια , κόκκινα αυγά και τσουρέκι. Μου μίλησε με ενθουσιασμό για ώρα πολύ για την σχολή εικονογραφίας. Με ρώτησε πως μου φάνηκε το Ηράκλειο. Τότε ταράχτηκα. Βούτηξα την ευκαιρία από τα μαλλιά. 

Τα Χανιά είναι πιο όμορφα, γραφικά, η γενέτειρα του Βενιζέλου! Το μόνο που έχει να καυχιέται το Ηράκλειο είναι ο τάφος του Καζαντζάκη! Γέλασαν τα μουστάκια του Αρχιεπισκόπου. Τέντωσε με περηφάνια τις θεόρατες πλάτες του και κορδώθηκε σαν παγώνι. «Εγώ τον αγαπούσα πολύ τον Καζαντζάκη, μου εξομολογείται χωρίς δισταγμό. Τον θαύμαζα στα κρυφά. Ξέρετε, η εκκλησία είναι στενοκέφαλη. Δεν μπορούσα να εκφράσω τα πραγματικά μου αισθήματα.. Θα με πετούσαν έξω. Έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία του. Τι πένα είναι αυτή κοπελιά μου; Πιάνει πουλιά στον αέρα! Ο Καζαντζάκης κατά μένα είναι ο πρωτοψάλτης της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η εκκλησία τον παρεξήγησε. Ο Καζαντζάκης ήταν φιλόσοφος και αλληγορικός συγγραφέας».

Μα η εκκλησία τον αφόρισε! 

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας: «Δεν είναι αλήθεια. Ο Καζαντζάκης ποτέ δεν αφορίστηκε , αγαπητή μου. Η Ιερά Συνοδός τον καταράστηκε και τον αφόρισε και ζήτησε από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα να επικυρώσει την αφόριση του». 

Ο Πατριάρχης πέταξε την αίτηση σ' ένα συρτάρι και ακόμα εκεί είναι. Ποτέ δεν την υπέγραψε. Όχι μόνο αυτό, αλλά τα βιβλία του Καζαντζάκη στολίζουν και τώρα ακόμα την βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου! 

Είχα μείνει άφωνη, λύγισαν τα γόνατα μου. Έκαμα κόμπο την καρδιά μου και σώπασα. «Εγώ, δεσποινίς Κατσουλάκη πήγα και στην κηδεία του! Παρ' όλες τις απειλές, διαταγές, εκκλήσεις και κατάρες που πήρα γραπτώς και προφορικώς -μπροστά μου και πίσω από την πλάτη μου- έδωσα άδεια να μπει η σωρός του στον Άγιο Μηνά και έκανα μάλιστα και την νεκρική δέηση! 

[Ο Νίκος Καζαντζάκης με τις αδελφές του Αναστασία και Ελένη, τον αδελφό της μητέρας του, Αντώνη Χριστοδουλάκη, τη μητέρα του Μαρία και τα εξαδέλφια του ]

[Με τη σύζυγό του Ελένη ]

Δεν φοβηθήκατε; 

«Ήταν δύσκολη η θέση μου. Είχα μεγάλη πίεση και από την Ιεραρχία και από τις τοπικές αρχές. Αν δεν άφηνα την σωρό του Καζαντζάκη στον Άγιο Μηνά, θα γινόταν η επανάσταση του 1821 και θα αιματοκυλιόμαστε εδώ κάτω! Οι Κρητικοί το 'χαν πάρει πολύ πατριωτικά το θέμα. Ήταν ανήμερα θηρία! Στην κηδεία κόντεψε να γίνει μεγάλο μακελειό. Κάμποσοι κληρικοί χωρίς ράσα ακολούθησαν την νεκρική πομπή βρίζοντας τον νεκρό, αρπάχτηκαν στα χέρια με ντόπιους Κρητικούς. Δύσκολες ώρες και για μένα ένα ανώτατο κληρικό»! 

Εσείς τον θάψατε; 

«Όχι, αλίμονο μου! Θα με αφόριζε η Ιερά Σύνοδος! Είχαμε διαταγή να μην γίνει η ταφή του από κανένα Ορθόδοξο παπά. Εγώ δεν ήμουνα κοντά στην σωρό του Καζαντζάκη». 

Οι εφημερίδες έγραψαν ότι θάφτηκε από ιερέα ο Καζαντζάκης. 

«Ο κόσμος είχε άγνοια. Όταν έφτασε η σωρός του στο Μαρτινέγκο, κάποιος έβγαλε επικήδειο λόγο. ( Σημείωση: Τον επικήδειο εκφώνησε ο Μενέλαος Παρλαμάς) Μα κανείς κληρικός δεν ήταν γύρω για να θάψει τον νεκρό. Σκεφτείτε τώρα μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου και τις φωτογραφικές μηχανές του διεθνούς τύπου! Πουθενά παπάς. Οι Βρακοφόροι Κρητικοί άρχισαν να φουρτουνιάζουν, έμαθα από άλλους παρόντες, άναψαν τα αίματα και ήθελαν να βουτήξουν το φέρετρο και να το θάψουν με τα ίδια τους τα χέρια. Κείνη την τραγική στιγμή ως εκ θαύματος παρουσιάστηκε ένα νέος παπάς με ράσα και με θυμιατό! Ούτε ήξερα ποιος ήταν και πως βρέθηκε εκεί, από πού ξεφύτρωσε! Κανείς δεν ήξερε! 

Τώρα ξέρετε ποιός ήταν;

«Αρκετά, είπαμε κοπελιά. Ας αφήσουμε αυτήν τη συζήτηση για τον Καζαντζάκη και δώσε μου το τηλέφωνο σου στο ξενοδοχείου που μένεις να σε καλέσω για τραπέζι μια από αυτές τις μέρες. Και στείλε μου το περιοδικό όταν θα γράψεις το άρθρο για την σχολή εικονογραφίας. Τον φίλησα στο μάγουλο και πήδηξα τα σκαλιά σαν αγριοκάτσικο.»   

«Ο τελευταίος πειρασμός» 
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορτσέζε 

Ο Νίκος Καζαντζάκης νοσηλεύτηκε με λευχαιμία στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ της Γερμανίας, όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών.    

Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητος απέρριψε. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως εκείνοι δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου. 

Η ταφή έγινε στην Τάπια Μαρτινέγκο,πάνω στα βενετσιάνικα τείχη τού Ηρακλείου, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Τη σορό συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Κ. Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος αργότερα τιμωρήθηκε.   

[Ο Νίκος Καζαντζάκης στο γραφείο του]



Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος 

Σχετικές αναρτήσεις με την ετικέτα "Νικος Καζαντζάκης¨ ΕΔΩ




Δημοσίευση σχολίου