Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Έφυγε σήμερα από τη ζωή ο “φτωχός και μόνος καουμπόϊ” Λουκιανός Κηλαηδόνης

Έφυγε σήμερα από τη ζωή ένας “αλήτης Αθηναίος” που τον φωνάζαμε Λουκιανό Κηλαηδόνη. Ένας τύπος που καθιερώθηκε ως “φτωχός και μόνος καουμπόϊ” (έτσι συνήθιζε περιπαιχτικά να λέει για τον εαυτό του) της μελωδίας, ένας τύπος με λευκά, κάπως άσπιλα και ατίθασα, μαλλιά που κατάφερε να κάνει τα πάντα να πεταρίζουν στο άκουσμα των μελωδιών και των στίχων του (τα αυτιά, το βλέμμα, οι σκέψεις μας και οι επιλογές μας) ίσως γιατί θέλει με επιμονή να επαναλαμβάνει το Πάρτι της ζωής του πέρα από τον χωροχρόνο των θνητών...

Εννοείτε ότι πάντα αυτό το Πάρτι είναι ανοιχτό σε όλους, στους χιλιάδες συναδαιτημόνες του Κηλαηδόνη από την Κυψέλη που κάθε φορά έδινε το εναρκτήριο λάκτισμα για ένα γλυκόπικρο πάρτι ζωής. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ήταν παιδί του κέντρου και ως τέτοιο είχε μνήμες, αντοχές και ασίγαστο, φτιαγμένο στους δρόμους της Αθήνας, πνεύμα με κάτι από rock n roll.

Αυτή είναι η ζωή του όπως την αφηγήθηκε σε συνεντεύξεις, απαντώντας σε ερωτήσεις ή δίνοντας απαντήσεις πριν οι ερωτήσεις ειπωθούν. Γιατί τέτοιος ήταν, ένας “αλήτης Κυψελιώτης” που έκανε του κεφαλιού του και ήθελε να κάνει αυτό που διασκέδαζε τον ίδιο και τον κόσμο του.
Εμάς.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης με δικά του λόγια:

“Γεννήθηκα και μεγάλωσα 
στην Νέα Κυψέλη επάνω στα βουνά”.

"Έτυχε στην γειτονιά που μεγάλωσα μια φίλη της μητέρας μου να είναι καθηγήτρια πιάνου. Στο σπίτι δεν υπήρχε προϊστορία μουσικών. Αυτή η φίλη της μητέρας μου - είχα και έναν αδερφό λίγο μεγαλύτερο από εμένα - είπε στείλε μου τα παιδιά να τα ξεκινήσω πιάνο. Και ξεκινήσαμε και οι δυο μαζί. Επειδή όμως πηγαίναμε εκεί πέρα και οι δυο μαζί και κυρίως ασχολούμασταν να καταβρέχουμε ο ένας τον άλλον, να κυνηγιόμαστε, 5 χρονών εγώ, 8 ο άλλος, είπε ‘δεν μπορώ και τους δυο είναι ανυπόφοροι, να συνεχίσει ο ένας’ και τυχαία συνέχισα εγώ".

♦1955. 26o Δημοτικό σχολείο, ανάμεσα στους μαθητές όρθιος δεύτερος από δεξία ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Φωτογραφία από τον Μιχάλη Κασιμάτη, πηγή: Facebook/ Ιστορίες από τη γειτονιά μου και λίγο παραπέρα, Κυψέλη 1919-1959
Tο ξεκίνημά μου ήταν κλασικές σπουδές. Μέχρι 12-14 χρονών τραβιόμουνα σε ωδεία. Κάπου 14 περίπου άρχισα τα ιδιαίτερα, γιατί ήταν πολύ χάσιμο χρόνου από την Κυψέλη στην Πειραιώς, εδώ στο ωδείο, οπότε ή η δασκάλα ερχόταν σπίτι, ή εγώ πήγαινα σε μια δασκάλα κάπως και τ’ απλοποίησα... Σε μια ηλικία γύρω στα 14 περίπου, γράφω τα πρώτα μου κομματάκια τα οποία είναι σκέτα πιανιστικά, με πολύ έντονες επιρροές και λίγο από κλασσική και λίγο από τα αμερικάνικα της εποχής του ’50. 

Εγώ γεννημένος το ’43 έζησα πολύ έντονα την δεκαετία του ’50, δηλαδή, όλη την ιστορία των πάρτι και του rock'n'roll. Έτσι γύρω στο ’56-’57 έγραψα τα πρώτα μου πραγματάκια. Κυρίως έπαιζα κομμάτια άλλων, αλλά πέρναγα καθημερινά πολλές ώρες στην εξάσκηση. Ήταν η διασκέδασή μου. Άκουγα κάτι προσπαθούσα να το βρω, [και μετά], να το κάνω...”
Στα 18 μου, αποφασίζουν από το σπίτι να σπουδάσω κάτι. Δίνω στο Πολυτεχνείο μια χρονιά δεν μπαίνω. Δίνω την δεύτερη χρονιά δεν μπαίνω. Μπαρκάρω στα πλοία γιατί μου άρεσε η περιπέτεια, για ένα δυο μήνες ως μούτσος -ούτε εκεί μου άρεσε- ξαναγυρίζω, και την τρίτη χρονιά επειδή είχα έναν θείο καθηγητή στο πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης, έβαλε ότι μπορούσε λυτούς και δεμένους, μου ’δωσαν όλα τα θέματα, έκαναν όλες τις κομπίνες που μπορούσαμε, και μπαίνω στην Αρχιτεκτονική”.

Εμένα με ενδιέφερε μέχρι τότε το μπιλιάρδο, οι γκόμενες και τα rock'n'roll. Μπαίνοντας στην Αρχιτεκτονική - μέτριος μαθητής -, αλλά επειδή αυτά που κάναμε στα φροντιστήρια δεν είχαν καμία σχέση με την ύλη του πολυτεχνείου, την πιάνω από την αρχή, δεν είχα και τίποτα άλλο να κάνω και είμαι σε καλή πορεία μέσα στην Αρχιτεκτονική. Στην Θεσσαλονίκη, λοιπόν, σε ένα μικρό διαμερισματάκι, δεν έχω πιάνο, αρχίζω να παίζω λίγο κιθάρα, [αντί του πιάνου] αλλά είχα ανάγκη να εκφραστώ. Βρίσκω στο τέλος [ένα πιάνο] στην ΧΑΝΘ στην Θεσσαλονίκη, και έπαιζα εκεί, επίσης πήγαινα για κάποιες ώρες στο Ντο-Ρε, απέναντι από τον πύργο, σε ένα κλασσικό καφέ και στο υπόγειό του είχε ένα πιανάκι και έπαιζα για εμένα γιατί ένιωθα την ανάγκη να παίζω”. 
Εκεί αρχίζω και γράφω κάτι πρώτα τραγουδάκια. Ένα από αυτά υπάρχει στον πρώτο μου δίσκο "Το καλοκαίρι σαν θα’ ρθεί". Αυτό είναι γραμμένο τα χρόνια του πολυτεχνείου ’67-’68. Πριν τελειώσω στα μισά του 4ου προς 5ο χρόνο (γιατί 5 χρόνια είναι η σχολή), κάνω μεταγραφή και τελειώνω το Μετσόβειο (Αρχιτεκτονική)”.

   ♦Οπλίζοντας το πιστόλι του, το πιάνο, σε νεαρή ηλικία. Απο το αρχείο του Λουκιανού Κηλαηδόνη

Πάω για λίγο καιρό φαντάρος, (λέω για λίγο καιρό γιατί δεν μπορούσα τον στρατό), πήρα Ι5 πήγα καθάρισα με τον στρατό, είπα δεν το μπορώ αυτό το πράγμα, και έτσι έχοντας πια ελεύθερο χρόνο, δεν είχα τίποτα να κάνω, άρχισα να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια, με δικούς μου στίχους, ή κάποιων φίλων –ούτε αυτοί ήταν επαγγελματίες ούτε εγώ. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μια φίλη από την παρέα, μου λέει “Ξέρω τον Μπιθικώτση - θα στον φέρω μια μέρα εδώ” και τον οποίο λάτρευα. Λέω “Έλα ρε Μαριάννα”. Μου φέρνει τον Μπιθικώτση. Και [του] παίζω μερικά τραγουδάκια, και μου λέει [ο Μπιθικώτσης] “Ρε εσύ, εσύ είσαι ο καινούριος Ψηλός” (εννοώντας τον Θεοδωράκη) ...αυτά το 1969... Χούντα. “Τίποτα παρέα θα τα κάνουμε όλα” [μου έλεγε ο Μπιθικώτσης]”.

   ♦Απο το αρχείο του Λουκιανού Κηλαηδόνη: Με τον Γιάννη Νεγρεπόντη
Η δουλειά που πρότεινα και δύσκολα πείστηκε η Columbia να μου την κάνει, ήταν τα "Μικροαστικά" τα οποία "Μικροαστικά" επειδή ήταν αριστερά τραγούδια εντελώς, ενώ ήταν γραμμένα το 1971, το 1973 ένα μήνα πριν το Πολυτεχνείο, κυκλοφορεί ο δίσκος σε κόκκινο βινύλιο. Σε κόκκινο βγήκε. Εντελώς δηλαδή "μπαμ" μέσα στην χούντα. Κόψανε μερικά στην λογοκρισία αλλά και αυτά που βγήκανε ήταν αρκετά. Τα Χριστούγεννα που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο, που ήταν παγωμάρα και νέκρα η Αθήνα, (δεν μπορεί να φανταστεί κανείς το κλίμα μετά τα γεγονότα μετά την κατάσταση με τους νεκρούς κ.α.) αυτός ο δίσκος πούλησε πάρα πολλά. Τα "Μικροαστικά" μου άνοιξαν έναν δρόμο, επειδή δεν το πίστευαν ότι μπορεί να πάει καλά, ώστε να μπορώ να προτείνω δουλειές που δεν τις καταλαβαίνανε αλλά λέγανε: ‘για να το λέει αυτός να το κάνει’. Και αυτό με βοήθησε σε όλη μου την [μετά] πορεία. Κάποια στιγμή επειδή οι στίχοι στο 

"Όσο αγαπιόμαστε τα δυο" ήταν δικοί μου κατάλαβα ότι μπορώ να γράψω στίχους στα τραγούδια μου απλά τεμπέλιαζα και τα έδινα σε άλλους. Και κάποια στιγμή το ’78 αποφασίζω ότι θα κάνω έναν δίσκο που θα γράψω και τα λόγια. Και έκανα τον "Φτωχό και μόνο καουμπόυ". Και πήγε πάρα πολύ καλά. Από εκεί και μετά ακολούθησαν άλλοι 5 συνολικά δίσκοι μέχρι το "Γιατί θα γίνω μαραγκός" που είναι στίχοι και μουσική δική μου, και τα λέω εγώ. Εντάξει, το ’83, έκανα και το Πάρτυ στην Βουλιαγμένη και έγινε χαμός... ήταν 2 χρόνια το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και ο κόσμος είχε μια ελπίδα, ήταν ξένοιαστος. Ήρθαν παρέες των 30 και 50 ατόμων, δεν ήταν απλά ζευγαράκια”.

♦Ως "φτωχός και μόνος" ετοιμοπόλεμος πάντα και χαμογελαστός cowboy. Από το αρχείο του Λουκιανού Κηλαηδόνη

“Επτανησιακά με country μια χαρά μπλέκουν,..

..εμβατήρια με Swing μια χαρά μπλέκουν κλπ. Έτσι λοιπόν στο αποτέλεσμα της δουλειάς μου είναι προς τα έξω εμφανείς οι επιρροές από τα ετερόκλητα ακούσματα με τα οποία μεγάλωσα. Δεν μεγάλωσα με ρεμπέτικα, δεν μεγάλωσα με δημοτικά, πιο πολύ το ελαφρό Ελληνικό κυριαρχεί στην δουλειά μου.”
Έκανα πάντα του κεφαλιού μου. Αδιαφορώντας για τον κόσμο. Απόδειξη, ότι το 1975-’76 έκανα την "Media Luz" ήταν soundtrack μιας ταινίας noir, όταν όλη η Ελλάδα τραγουδούσε Θεοδωράκη και αντάρτικα. Δηλαδή, έλεγα αυτό θα κάνω και όσοι πιστοί προσέλθετε. Τα "Μικροαστικά" πάλι, όταν τα έβγαλα, όλη η Ελλάδα τραγουδούσε "Επιπόλαιο με λες" και κάτι τέτοια. Ήτανε χούντα και ήταν ο Κατσαρός, "Ο Σταμούλης ο λοχίας" κλπ. Στֹ’ αρχίδια μου. Εγώ είπα, τώρα αυτό θα κάνω.

Το ίδιο έκανα και με τον "Καουμπόυ" και με τα άλλα... δεν με ενδιέφερε η μόδα. Δεν με ενδιέφερε η μόδα στο ντύσιμο, δεν με ενδιέφερε στα μαλλιά. Μου έλεγε ο κουρέας μου -χρόνια με έψηνε- ότι δεν είναι της μόδας τώρα τα μακριά μαλλιά, μετά από καιρό μου έλεγε τώρα ήρθανε τα μακριά μαλλιά, εγώ είχα μακριά μαλλιά. Το ίδιο και στο ντύσιμο. Το ίδιο και στα τραγούδια. Το έκανα για πάρτη μου. Που λέει και ο Μπόρχες κάπου, -ο μέγας Μπόρχες ο συγγραφέας-‘γράφω για μένα, για μερικούς φίλους μου, και για να απαλύνω την ροή του χρόνου’.

  ♦Το 1968 ο Λουκιανός Κηλαηδόνης μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τα πρώτα του τραγούδια σε στίχους Δημήτρη Ιατρόπουλου με τον Γιώργο Νταλάρα.
Εγώ έγραφα τραγούδια για να περνάω καλά, και από εκεί και πέρα άμα περάσετε και εσείς καλά, (ήξερα ότι θα περάσουν καλά – για μερικά τραγούδια το ήξερα δηλαδή από χέρι-), αλλά ήταν κατ’ αρχήν να περνάω εγώ καλά. Να το γράφω στο κασετόφωνο εκεί, να τ’ ακούω μόνος μου να γελάω, να περνάω καλά και να λέω ‘ε ρε πούστηδες τώρα θα πάθετε την πλάκα σας’”
Δεν είμαι κατά του να παίρνει ο κόσμος τσάμπα την μουσική, να μην παίρνω δηλαδή δικαιώματα. Εγώ γράφω για τον κόσμο. Δεν γράφω για τον Μάτσα, δεν γράφω για τον Λαμπρόπουλο. Καλά κάνουν και παθαίνουν αυτή τη ζημιά γιατί τον καιρό που το cd κόστιζε ας πούμε 1 ευρώ το πουλούσανε 17. Να τους τιμωρήσει ο Θεός. Ήμουν και υπέρ της πειρατείας της κασέτας κλπ. Η μουσική να φτάσει στον κόσμο. Αυτός είναι ο προορισμός της. Να φύγουν από τη μέση όλοι. Πώς θα ζήσω; Θα κάνω πέντε συναυλίες θα βγάλω χρήματα από εκεί. Δεν με ενδιαφέρει. Αρκεί να περνάνε τα τραγούδια στον κόσμο.”

Δεν υπάρχει κάτι που να μην έχω εκφράσει. Μου έχουν κάνει αρκετές ερωτήσεις. Και να μην μου έχουν κάνει τις ερωτήσεις, έχω ήδη δώσει τις απαντήσεις, πριν τις ερωτήσεις”.
Το ’79 κάνω τον δίσκο "Ψυχραιμία παιδιά" και έχω μέσα και το "Δεν μας τρομάζουνε τα νέα μέτρα". Έχω έναν φίλο εξαιρετικό, ο οποίος έχει κάνει το εξώφυλλο, όπου έχει θέματα από τα τραγούδια που υπάρχουνε μέσα στον δίσκο. Για τα νέα μέτρα δες τί έχει εδώ... Νέα μέτρα... Πιο νέα μέτρα... Ακόμα πιο νέα μέτρα...”

Δεν βλέπω Ελληνικές ταινίες... Η γενιά μου δεν έβλεπε Ελληνικές ταινίες. Η γενιά μου έβλεπε καουμπόικα και αστυνομικά. Τα αγόρια. Τα κορίτσια μπορεί να βλέπανε και ελληνικό σινεμά. Εμείς δεν έχουμε δει καθόλου ελληνικό σινεμά. Και δεν τα μπορώ στην τηλεόραση. Μου φαίνονται χοντροκομμένα και βλακώδη. Εκτός από τον Φωτόπουλο και κανέναν δυο που συμπαθώ, όλα τα άλλα δεν τα αντέχω”.
Είμαι εναντίον της μελοποιημένης ποίησης... Ακόμα δηλαδή, δεν συμφωνώ με τον Θεοδωράκη που ασχολήθηκε τόσο πολύ με αυτό. Δεν κατάφερε π.χ. να περάσει τον Σεφέρη στον κόσμο, που τραγούδησε το "Περιγιάλι το κρυφό". Δηλαδή, ο Σεφέρης παραμένει άγνωστος. Θα μπορούσα να το κάνω σαν άσκηση, αλλά το να βάλεις χιούμορ επάνω σε ένα ήδη χιουμοριστικό κείμενο δεν προσθέτεις τίποτα. Είναι σαν τους ηθοποιούς που παίζουν εξαιρετικά κωμικά κείμενα, και κάνουνε κωμικά πάνω στα κωμικά. Δεν χρειάζεται. Ας πούμε έχω δουλέψει με τον Μποστ και έχω δει καλούς ηθοποιούς οι οποίοι πάνω σε αυτά τα κωμικά εξαιρετικά κείμενα του Μέντη, προσπαθούσαν να κάνουν και κάτι περισσότερο κωμικό, και ήτανε γελοίο. Όσοι παίξανε αυστηρά αυτά που έλεγε ο Μέντης ήτανε μια χαρά”.

“Ο Τύπος τότε το είχε χαρακτηρίσει Woodstock της Ελλάδας,
...ενώ αποτέλεσε την αρχή για να βγουν οι συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα. Ήθελα να μεταφέρω το σκηνικό του ρωμαϊκού θεάτρου στην παραλία. Όπως ο Λυκαβηττός είναι ένα ημικύκλιο και στη μέση παίζει η ορχήστρα, έτσι και η παραλία της Βουλιαγμένης, είναι ημικυκλική, οπότε η σκηνή έπρεπε να στηθεί μέσα στη θάλασσα. Έτσι κι έγινε. Χρησιμοποιήθηκε μια φορτηγίδα από το λιμάνι, γύρω στα 20 μέτρα, το ρεύμα πέρασε με καλώδιο κάτω από τη θάλασσα και οι καλλιτέχνες έρχονταν από τον Ναυτικό Όμιλο με καραβάκια και αποβιβάζονταν στη σκηνή. Τυπώσαμε 25.000 εισιτήρια, τα οποία πουλήθηκαν όλα μέχρι την ημέρα του πάρτι. Στο χώρο δεν πουλήθηκε ούτε ένα εισιτήριο. Κάποιες εφημερίδες έγραψαν για 50.000 και άλλες για 100.000. Αυτό που ξέρω είναι ότι οι δρόμοι προς την παραλιακή είχαν φρακάρει από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, γιατί η συναυλία μεταδιδόταν ζωντανά στο ραδιόφωνο από τον Γιάννη Πετρίδη και όλος ο κόσμος άρχιζε να κατηφορίζει προς τα εκεί. Στο τέλος πηδούσαν από τους φράχτες”.

Ηθικά αισθάνομαι δικαιωμένος. Με δικαίωσε η μεγάλη συμμετοχή του κόσμου. Έπειτα, είδα το όνειρό μου να γίνεται πραγματικότητα. Ωστόσο δε θα το έκανα ξανά. Όπως δε θα ξαναέγραφα δεύτερη φορά το ίδιο τραγούδι. Αυτό της Βουλιαγμένης, είχε την ομορφιά του, που ήτανε μια κι έξω. Κι ήταν μία ιδέα που βγήκε φυσιολογικά από τη μέχρι τώρα δουλειά μου. Όποιος έχει ακούσει το “Πάμε μια βόλτα στη Βουλιαγμένη” και τα “Θερινά τα σινεμά” και το “πάρτυ” μπορεί να καταλάβει, να φανταστεί πως προήλθε αυτή η εκδήλωση. Στην καθημερινή ζωή ο κόσμος αισθάνεται όλο και περισσότερο την έλλειψη μιας μαγείας. Η Βουλιαγμένη υποσχόταν κάτι τέτοιο. Και έγινε. Έγινε χώρος για πλησίασμα, για επαφή και επικοινωνία. Λειτούργησε δηλαδή αυτό που λέμε: Ελάτε να μαζευτούμε να γίνουμε μία παρέα, χωρίς βεντετιλίκια και χωρίς υστεροβουλίες. Έτσι να περάσει η βραδιά”.

Όπως δεν μου έχει τελειώσει η δεκαετία του ΄50, κάπως έτσι δεν μου έχουν τελειώσει και οι αμερικάνικοι ήχοι. Σε κάθε δουλειά μου υπάρχει η νοσταλγία, υπάρχει όμως και το σήμερα. Κουβαλάω τρεις-τέσσερις εμμονές που βγαίνουν στις συνθέσεις μου”.

“Προσέχω την αναλογία πλάκας και μελαγχολίας

Είμαι και λίγο άσπρο-μαύρο. Δεν μ΄ αρέσουν τα γκρίζα τραγούδια. Χαρούμενα ή λυπημένα. Μ΄ αρέσει τα τραγούδια να λειτουργούν με το πρώτο άκουσμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν σέβομαι τα πιο βραδυφλεγή που θα τ΄ ανακαλύψει κανείς μετά από λίγο καιρό. Τα τραγούδια που δεν σου φανερώνονται με το πρώτο έχουν και μακρά ζωή και ιδιαίτερο ενδιαφέρον”.

Αυτό που κάθε φορά ψάχνω είναι η επικοινωνία με τον κόσμο. Δεν μ΄ ενδιαφέρει το "καθίστε να μ΄ ακούσετε". Το κίνητρο για μένα είναι η επαφή με τον κόσμο. Αισθάνομαι ένας απ΄ αυτούς που είναι κάτω από τη σκηνή. Ένας από την ομάδα που κάνει κάτι ­ ό,τι μπορεί ­ για το γλέντι όλων. Για να περάσουμε καλά. Μ΄ αρέσουν οι παρέες. Όχι ο καθένας μόνος του”.

Τελειώνοντας μια δουλειά, είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος που τελείωσα, άλλοι κλαίνε. Όταν γίνει η τελευταία συνάντηση, εγώ την κάνω, φεύγω, και χάνομαι προς τη δύση όπως ο Λούκυ Λουκ που λέει ‘Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ’. Έχω τελειώσει την αποστολή μου, έχω βάλει τους Ντάλτον στα κελιά, και πάω για καινούργιες περιπέτειες”.

Οι ανατολίτες λένε ‘Πλούσιος είναι αυτός που είναι ευχαριστημένος με όσα έχει’.
Εγώ είμαι από αυτούς”. Ναι!

Πηγές: 
♦MusicHeaven (συνέντευξη στον Βασίλη Συκαμιώτη, Νοέμβριος 2013), Βήμα (Άννα Βλαβιανού, 26/07/1998), Free Sunday (συνέντευξη στη Ναταλί Τσιριγώτη), περιοδικό Μετρονόμος (τεύχος 34, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2009, Ο Αγγελόπουλος, ο Κηλαηδόνης, κι ο μύθος των Μάκη Γκαρτζόπουλου και Ηρακλή Οικονόμου).
♦Άρθρο:Λουκάς Καρνής , CNN Greece






Δημοσίευση σχολίου